poimenidou.gr - Κεντρική Σελίδα

σχετικά με μας | χάρτης τόπου | συνδέσειςfrançais

Βιογραφικό Ποίηση Πεζά Επικοινωνία

 

προηγούμενο επόμενο

Τα ζυνίχια δεν κάναν λάθος

Εισαγωγή

Κεφάλαια

 

 

Το αμίλητο νερό της αθανασίας

Ο ξεριζωμός είναι δύσκολο πράμα, ταλαιπωρία, όχι τόσο σώματος αλλά ψυχής.  Δεν έχεις την παρηγοριά ότι το βράδυ θα γυρίσεις σπίτι, καθότι σπίτι δεν υπάρχει, σπίτι σου γίνεται η κάθε απάνεμη ρίζα βράχου, κάθε σπηλιά, κάθε σκιά κάτω από μία πυκνή συστάδα δέντρων.

Περνούν τα καραβάνια μέσα από λαγκάδια, δύσβατες ράχες, άγονα και άνυδρα μέρη.  Οι κάποιες προμήθειες δεν επαρκούν, χρειάζεται κουμάντο για να υπάρχει ο επιούσιος για τα γυναικόπαιδα και τους γερόντους.

Οι ικανοί προς εργασία κάτι κερδίζουν από την εφήμερη απασχόλησή τους σε κάποια χωριά κοντινά με τις περιοχές τους, οι δύο λαοί, Τούρκοι κι Έλληνες, ζουν δύσκολες ώρες ήδη από το ξεκίνημα της αναταραχής.

Όσο περνά ο καιρός κι όσο απομακρύνονται, τα πράγματα χειροτερεύουν.  Πρέπει να έχουν φροντίδα όσοι είναι ανήμποροι, όσοι δεν επαρκούν για να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.  Η πείνα κάπου αντέχεται, η δίψα όμως;  Αυτή γίνεται αίσθημα βασανιστικό· δεν πειράζει, όπου βρούμε νερό τρεχούμενο, ας είναι, θα χορτάσουμε τη δίψα μας, αλλιώς τα πόδια μας δε μας σηκώνουν άλλο.  Λίγο νερό και λίγο ξαπόσταμα θα μας αναζωογονήσουν.

Αυτή η μέρα κράτησε πολύ, τα άκρα μας δε μας υπακούν ούτε και ο νους ούτε και οι αισθήσεις μας.  Χανόμαστε!

Στο πρώτο ρυάκι που βρήκαμε σταθήκαμε να βγάλουμε τη νύχτα, και με το ξημέρωμα ίσως όλα νά 'ναι καλύτερα· ας φωτίσει τη μέρα ο Θεός και βλέπουμε.  Η μάνα, καρτερική σε όλα, ξεδίψασε και χόρτασε στο ρυάκι, λίγο ψωμάκι που φύλαγε στην τσέπη της ήταν για το μικρότερο παιδί, για μένα, θείο δώρο από τα χέρια της μάνας σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές.  Κι αμέσως μετά «Γιανγκούτσο, βάλον αούτον το λιθάρ κάτω ασό κεφάλι μ’ ν’ αναπάγουμαι ολίγον.»

Γεμάτος ευγνωμοσύνη πήρα την πέτρα και την έβαλα κάτω από το άγιο κεφάλι της μάνας για να ξεκουραστεί, όπως νόμιζα.  Όμως η μάνα μόλις κι έκλεισε τα μάτια της, η σεπτή μορφή της ηρέμησε, και δεν τα ξανάνοιξε πια.

Έτσι απλά συνέβη.  Ήπιε από τ’ «αμίλητο νερό της αθανασίας», και, δεν ήταν η μόνη.  Αντιλήφθηκα ότι έτσι σιγά-σιγά το καραβάνι θα μίκραινε όσο μίκραινε και το μάκρος του δρόμου.

Στο τέρμα θα φθάσουν οι πιο τυχεροί ή οι πιο άτυχοι;

Έτσι απλά και άμεσα θα γίνει το «...και από ένδεκα θα επιζήσουν μόνον δύο...»;

Ποιοι όμως απ’ τους εναπομείναντες;

Άρχισα να κλαίω φρόνιμα μη με μαλώσουν, μήπως και δεν κάνει, στα μέρη που στήνουμε τους πρόχειρους, καταυλισμούς, να φωνασκούμε και να δημιουργούμε σαματά.  Έκλαψα, έκλαψα μέχρι που τα μάτια μου θόλωσαν, είδα τη συνέχεια και κατάλαβα: Η μάνα θα ξανάνοιγε τα μάτια της σ’ ένα καλύτερο αύριο, σ’ ένα καλύτερο χώρο, εκεί όπου σιγά-σιγά συμμαζεύονται τα άτομα της αρχικής μας οικογένειας, εκεί όπου δεν υπάρχει πόνος, οδύνη και στεναγμός, εκεί όπου τελικά θα συναντηθούν οι εννέα από τους ένδεκα· δε θά 'ναι μόνη η μάνα, θα τους βρει και έχοντας συμμαζέψει γύρω της τα αγαπημένα τέκνα τον Χαράλαμπον, ετών 33, την Παρασκευή, ετών 17, θα επιστατεί από ψηλά παρακολουθώντας στην πορεία της προσφυγιάς το στερνοπούλι εμένα, τον Γιάνγκο δηλαδή, και τον Δημητρό, μεγαλύτερό μου κατά δέκα χρόνια περίπου.

Στην αρχή ήταν μαζί μας, κοντά μας, στη συνέχεια πάλι κοντά μας θά 'ναι, αλλά σιωπηλά θα οδηγεί κάθε μας βήμα, θα μας φυλάγει από κάθε στραβό πάτημα, συναινώντας στα καλά, απαγορεύοντας μέσα στη συνείδησή μας τα κακά.

Όπου και αν πηγαίνουμε πάλι παιδιά της θα είμαστε, δε λύεται η συνέχεια: κάθε άλλο, η λέξη «ΜΑΝΑ» τώρα πήρε μία πιο δυνατή υπόσταση, πήρε τη διάσταση του άσβηστου φάρου που φέγγει για μας όσο εμείς υπάρχουμε και περπατούμε πάνω στο χώμα της πάτριας γης.

 

προηγούμενο επόμενο

• Κεντρική Σελίδα • Βιογραφικό • Ποίηση • Πεζά • Επικοινωνία •
σχετικά με μας / χάρτης τόπου / συνδέσειςfrançais

Πνευματικά Δικαιώματα © 2002-2006 Ελένη Ποιμενίδου