poimenidou.gr - Κεντρική Σελίδα

σχετικά με μας | χάρτης τόπου | συνδέσειςfrançais

Βιογραφικό Ποίηση Πεζά Επικοινωνία

 

προηγούμενο επόμενο

Τα ζυνίχια δεν κάναν λάθος

Εισαγωγή

Κεφάλαια

 

 

Τοπάλ-Οσμάν, ο γκρίζος λύκος

 Κάποιοι φίλοι μας Τούρκοι μάς ειδοποιούν.  Σ’ αυτό το χωριό που ζητήσαμε άδεια να διανυκτερεύσουμε όλο το προσφυγικό καραβάνι, δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής.  Ο Τοπάλ-Οσμάν, ο φοβερός γκρίζος λύκος, καλεί με τους τελάληδές του τους νέους άνδρες μας, τους γερούς δηλαδή για εργασία, να παρουσιασθούν στην πλατεία.

Σιωπηρά οι πατριώτες μας αποφασίζουν τί θα γίνει.  Ο άμαχος πληθυσμός, γέροι, γυναίκες και παιδιά δεν είναι χρειαζούμενοι, είναι ανίκανοι να προσφέρουν χειρονακτική εργασία.  Οι νέοι πάλι είναι το στήριγμά μας, αυτοί μας βοηθούν να επιβιώσουμε.  Είναι όμως συνετό να παρουσιασθούν στην πλατεία;

Κάποια καρντάσια, τούρκοι, μας πληροφόρησαν ότι καλύτερα να παρακούσουμε τις διαταγές των τσανταρμάδων του Τοπάλ-Οσμάν.

Μέσα στη γενική αμηχανία έλαχε ο κλήρος σε ορισμένα παιδάκια και σε μένα, να ανταποκριθούμε δηλαδή στο κάλεσμα για «εθελοντική» εργασία.

Όσο κι αν ήμουνα παιδί, όσο κι αν έτρεμα που θα αντίκρυζα τον άγριο, από τις φήμες, Τοπάλ-Οσμάν, κάποιοι διέδιδαν ότι ήταν και Γενίτσαρος, μια και δυο παρουσιάσθηκα μπροστά του, δεν είχαμε άλλη επιλογή.

Αγέρωχος, ωραίος άνδρας, σκληρός, άκαμπτος, έτσι έλεγαν, μου έκανε εντύπωση όμορφου ανθρώπου.

Μας πλησιάζει, μας ρίχνει μια ματιά όλα μαζί τα παιδιά· κατόπιν μου χαϊδεύει τα ξανθά μαλλιά, με κοιτάζει ίσια στα μπλε μάτια και στο πρόσωπο, δίνει την εντύπωση πως προσπαθεί να υπολογίσει πόσο χρονών είμαι· αίφνης η όψη του φουντώνει, νευριάζει και έξω φρενών αρχίζει να ωρύεται: «Βρε γκιαούρηδες, δεν έχετε Θεό, πού είναι οι νέοι σας, αυτό το μωρό φέρατε για αγγαρεία;»

Κανένας δε μιλά.  Πάγωσαν όλοι, διότι τους νέους τους είχαν φυγαδεύσει στα βουνά μήπως η αγγαρεία είναι παγίδα και συμβεί τίποτε άσχημο, κάνα ανεπανόρθωτο κακό σ’ ό,τι πιο πολύτιμο μας είχε τώρα απομείνει: τους νεαρούς άνδρες που ήταν το στήριγμα κι η προστασία μας.

Ξεθάρρεψα και 'γώ: ήταν ολοφάνερο, ότι ο φοβερός τούρκος με λυπήθηκε επειδή ήμουν παιδί ακόμα· ένιωσα μια προστατευτική αύρα να με τυλίγει.  Πίστεψα, χωρίς λογική ίσως, ότι αφού γλύτωσα τώρα, θα επιβιώσω ως το τέλος.  Και σκέφθηκα μέσα στο μυαλό μου «αν και άνδρας δυνατός, άγριος, στρατιωτικός με ισχύ, με δύναμη εξουσίας, είναι άνθρωπος κι αυτός σαν όλους μας.  Έχει ψυχή στο στήθος και μπορεί να σκέφτεται ψύχραιμα και να απαλλάσσει ένα παιδί από καταναγκαστική εργασία».

Όταν ο στρατιωτικός έπαψε να φωνάζει όλοι ανακουφίσθηκαν.  Μ’ άρπαξε μία γερόντισσα που με είχε αναλάβει υπό την προστασία της, αφότου η μάνα μου κοιμήθηκε για πάντα, κι εξαφανισθήκαμε από μπροστά του.

Στο κατάλυμά μας μετά αντιλήφθηκα από τί κίνδυνο γλυτώσαμε.  Ο αδελφός μου ο Δημητρός είχε σωθεί φεύγοντας, για την περίπτωση, στο βουνό.

Ο Τοπάλ-Οσμάν λυπήθηκε εμένα, ποιος ξέρει τί του θύμισα, και δεν τιμώρησε για την ανυπακοή του το καραβάνι.

Η αθώα όψη ενός παιδιού δρούσε ακόμα καταπραϋντικά και σ’ αυτόν τον αδίσταχτο, ισχυρό στρατιωτικό άνδρα.

 

προηγούμενο επόμενο

• Κεντρική Σελίδα • Βιογραφικό • Ποίηση • Πεζά • Επικοινωνία •
σχετικά με μας / χάρτης τόπου / συνδέσειςfrançais

Πνευματικά Δικαιώματα © 2002-2006 Ελένη Ποιμενίδου