poimenidou.gr - Κεντρική Σελίδα

σχετικά με μας | χάρτης τόπου | συνδέσειςfrançais

Βιογραφικό Ποίηση Πεζά Επικοινωνία

 

προηγούμενο επόμενο

Τα ζυνίχια δεν κάναν λάθος

Εισαγωγή

Κεφάλαια

 

 

Ο χορός με τις νεράιδες

Και ο πατέρας;

Αυτός ήταν πάντα παρών, ο Πανίκας τη Χακού, από το σόι των Δικαίων, άρρηκτα δεμένος με τα πάτρια χώματα του Πόντου, φιλικός με τους συμπατριώτες του Τούρκους, δεδομένων και των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων: ξενοδοχείο, βυρσοδεψεία, εκμετάλλευση φουντουκώνων, χώρια το σχολείο και η εκκλησία καθότι πάντα ο παπαδοδιδάσκαλος της Γαράλης ήταν ένας Χακού, καθώς και ο άτυπος δικαστής.

Εκτός αυτών η εκτίμηση που έτρεφαν οι ίδιοι οι Πόντιοι στο πρόσωπό του, του προσέδιδε σεβασμό και εκ μέρους των Τούρκων.

Ζωηρός, ευχαριστημένος με τη ζωή και την οικογένειά του, πλήρης τέκνων.

Αν πάρουμε υπόψη μας ότι η παιδική θνησιμότητα ήταν τότε υψηλή, κατανοούμε τον καημό του και της μάνας μας ταυτόχρονα που δεν επιζούσαν τα κορίτσια συμπτωματικά στην οικογένειά μας.

Εντούτοις η Παρασκευή, η πανέμορφη αδερφή μας με τις ωραιότατες πλεξούδες της, που τις έπλεκε η μάνα χωρίζοντας τα μαλλιά σε τέσσερα και όχι τρία μέρη, οι οποίες έφθαναν ως τη μέση της, ήταν το λατρευτότερο παιδί τους.  Άλλο κορίτσι δεν είχαμε, γι’ αυτό υπεραγαπούσαμε τα κορίτσια και τα θεωρούσαμε πολύτιμα.

Αυτό το ζήσαμε και ο Δημητρός κι εγώ όταν κάναμε δικές μας οικογένειες και χάσαμε από δύο κοριτσάκια ο καθένας.  Με τάματα στην Παναγιά στεριώσαμε ένα κορίτσι ο Δημητρός και δυο εγώ και δώσαμε στη Χάρη Της και το όνομα των δυο πρώτων θυγατέρων μας για να μας ζήσουν.

Η φύση στην Πατρίδα ήταν ωραία και μαγευτική.  Τα δάση, τα βουνά, τα παρχάρια όλα εξέπεμπαν μία σαγήνη παγανιστική, θα έλεγα.  Οι φουντουκώνες που κάλυπταν τις λαγκαδιές κρύβοντας τα ρυάκια που τις πότιζαν έδιναν τα στρογγυλά φουντούκια (τα ποντιακά τύπου Τραπεζούντος) από τα οποία βγάζαμε λάδι απαραίτητο για τη διαβίωσή μας και συμβατό με τις διατροφικές μας συνήθειες.

Τα γλέντια δεν έλειπαν ούτε τα καλέσματα σε πανηγύρια και χορούς.  Ιδιαίτερα όταν το καλοκαίρι πηγαίναμε αλλαγή σε τόπους παραθερισμού βουνίσιους, τα γνωστά παρχάρια, που και μέσα στα τραγούδια μας τα εξυμνούσαμε «Η κορ’ επήγεν σο παρχάρ να ίνεται ρομάνα…».

Ο τρόπος ζωής μας ήταν παράλληλος με των συντοπιτών μας Τούρκων όπως παρόμοιες εμφανισιακά και οι ενδυμασίες μας.  Δε μπαίνω σε λεπτομέρειες για την ζύπκα και το ζυπούν.  Και το πασλίκ, κεφαλοδέσι των ανδρών, η ντούμπλα των γυναικών είναι πανομοιότυπα στους μεν και στους δε.

Οι χοροί μας μοιάζουν σε σημείο να μην ξεχωρίζεις τους Πόντιους απ’ τους Τούρκους στα μέρη μας, η μίξη των χορευτών γίνεται άνετα χωρίς κενά.  Τα βήματα ταυτίζονται.

Αυτό υπήρξε μια φορά και το πρόβλημα του πατέρα μου.

Επέστρεφε αργά, πλησίαζαν χαράματα, από ένα γλέντι.  Στο έμπα της Γαράλης έπρεπε να διασχίσει ένα αλσύλλιο.

Στο ξέφωτο, στη μέση του δάσους, συναντά μία παρέα, όλοι τους γνωστοί του, που τό 'χε στρώσει στο χορό.  Όλοι αναγνωρίσιμοι να χορεύουν γύρω-γύρω χορούς κυκλωτικούς: να τη κοτσού ο Χάμπον, να ο Γιορίκας ασήν Γούσχαγιαν, ο Δημητρόν τη Χαριτάντ, η Σουμέλα τη Παναή, η Μωρέσσα, η Κατίγκω τη Πορτοκάλγουζους, η Αφροέσσα τη Ηλία, ο Πάντζον τη Γευσιμανής και ο Κυριάκον τη Χατζάβας, όλοι πιασμένοι στο χορό.

Μπήκε κι ο πατέρας στον κύκλο, και δώστου το κότσαριν, και βάλε λυράρη την σεϊρανίτσα, και το διπάτ να ξεκουράσκουμες ολίγον, το τικ το τιναχτόν ατώρα· και δώστου στο χορό μ’ όλους τους νέους και τις νέες.

Κουρασμένοι οι άνδρες από τη σέρρα, τον πυρρίχιο, και το κοτσάκ, χορό με τα μαχαίρια, βγήκαν απ’ το χορό.

Κι ήρθε η σειρά των γυναικών να δείξουνε τη λεβεντιά τους.  Ορθόστηθες και καμαροφρύδες ξεκινούν με τ’ ομάλ, την τρυγόνα, κατ’ εξοχή γυναικείος, με ανάποδο βηματισμό, λετσίνα.

Κι όσο φουντώνει ο χορός, ανάβει η κεμετζέν, λύρα, και «παίζ σο ζυλ απάν» έκθαμβος ο πατέρας κοιτάζει τα κότσια των χορευτριών, ήταν ανάποδα βαλμένα, προτού προλάβει καν να τρομάξει, λαλεί ο κόκορας, σκάει μύτη το φως της μέρας, βλέπει ολόγυρα, όλα είχαν δια μιας διαλυθεί.

Έμεινε μόνος και απορημένος από το θαυμαστό περιστατικό.

Χόρεψε με τις νεράιδες και τις ξωθιές του δάσους, με τα αερικά και τους συντρόφους του θεού Πάνα, το χορό της Γης, το χορό της Ζωής.  Αυτός ήταν και ο τελευταίος χορός, είδος αποχαιρετισμού στα πάτρια εδάφη, στη γενέθλια γη.

Υπενθύμιση του θρύλου: Εικάζεται ότι οι μαϊσάδες κι οι περίδες, οι νεράιδες και τα ξωτικά παίρνουν κρυφά τα ρούχα των Ποντίων απ’ τα σεντούκια και τα φορούν σε δικά τους γλέντια και συμπόσια· μετά τα ξαναβάζουν στη θέση τους, αλλά χαβιτσωμένα.

Πώς γνώριζαν τί συνέβαινε οι Έλληνες του Πόντου;  Όταν πήγαιναν να φορέσουν τις ταχτοποιημένες στα σεντούκια φορεσιές, τις έβρισκαν λεκιασμένες από χαβίτς, χυλό, ή κρασί που οι νεράιδες και τα ξωτικά είχαν γευθεί στη διάρκεια του τσιμπουσιού.

Ήταν αληθές;  Ή μήπως η μαγεία του τόπου κρατούσε στ’ αλήθεια ενωμένους τους δυο λαούς που συνέτρωγαν και γλεντούσαν κάπου-κάπου στο όνομα της καλής γειτονίας;

Όσο ήμουν παιδί κι αργότερα ακόμα, πάντα μου άρεζε να πιστεύω ότι ο πατέρας χόρεψε χωρίς να το γνωρίζει με τα μορφοποιημένα πνεύματα του δάσους και φάνηκε ατρόμητος στην εμπειρία αυτή που την διηγούνταν έκτοτε σαν κάτι το απόλυτα πραγματικό.

«Έτσι είναι, έλεγε, οι νεράιδες, οι μαϊσάδες, οι περίδες, ζούνε στα αφώτιστα μέρη δηλαδή όπου ζουν αλλόθρησκοι και δεν τα ραντίζει ο παπάς με αγιασμό κάθε εορτή των Φώτων.»

Ήμουν κι εγώ περήφανος που ο πατέρας δε δείλιασε όταν στη χαραυγή και πάνω στην πρωτολαλιά του κόκορα ξαφνιάστηκε που χόρεψε χορούς κυκλωτικούς με τα αερικά, είδος σπαραχτικού αποχαιρετισμού στα χώματα όπου γεννήθηκε:

Αυτά τα μέρη είναι δικά μας

Αυτά τα μέρη είναι δικά τους

Αβάπτιστα ή όχι είναι τα μέρη που αγαπήσαμε.

 

προηγούμενο επόμενο

• Κεντρική Σελίδα • Βιογραφικό • Ποίηση • Πεζά • Επικοινωνία •
σχετικά με μας / χάρτης τόπου / συνδέσειςfrançais

Πνευματικά Δικαιώματα © 2002-2006 Ελένη Ποιμενίδου