poimenidou.gr - Κεντρική Σελίδα

σχετικά με μας | χάρτης τόπου | συνδέσειςfrançais

Βιογραφικό Ποίηση Πεζά Επικοινωνία

 

προηγούμενο επόμενο

Τα ζυνίχια δεν κάναν λάθος

Εισαγωγή

Κεφάλαια

 

 

Χώματα Ελληνικά ποτισμένα με ορφάνια

Στο λιμάνι προτού ανεβούμε στο καράβι επικρατούσε πανδαιμόνιο: νέοι με πρόσωπα ξερακιανά σκαμμένα από τις κακουχίες και γεμάτα έγνοια για το αύριο, γέροι σκεφτικοί μα αποφασισμένοι να ζήσουν κι άλλο, νεαρές μάνες με τα μωρά κολλημένα στην αγκαλιά τους σα να φοβούνται μην τους τ’ αρπάξουν από τα χέρια, γερόντισσες αρχοντικές με την καρτερία να τους έχει σφραγίσει το κούτελο για πάντα, στο ένα χέρι το μπόγο με τα χρειώδη, στο άλλο ένα-δυο παιδιά, όχι κατ’ ανάγκη δικά τους, μα συγγενικά ή φίλων, ορφανά, κι έτσι όλοι μαζί στοιβαγμένοι όπως-όπως με προορισμό τη μελλοντική αλλά συνάμα αρχέγονη μητροπολιτική τους πατρίδα.

Μόλις τους έβλεπες δε χρειαζόταν να σκεφθείς ποιο άραγε να είναι τ’ όνομα του καραβιού που θα τους ταξίδευε· ό,τι κι αν είχε γραμμένο πάνω στο σκαρί, τ’ όνομά του ήταν «Ελλάς» ή «Πατρίς».

Όλος αυτός ο κόσμος όσο ανόμοιος κι αν φαίνονταν από την άποψη της κοινωνικής τους προέλευσης, από κάποιαν άλλη ήταν ίδιος· ίδιος γιατί ήταν αποφασισμένος να διασχίσει το Αιγαίο και να φθάσει στην απέναντι στεριά, όπου ήλπιζε να στεριώσει ξεκινώντας σε νέα μηδενική βάση.

Κανένας δεν ονειρευόταν πως θάφθανε στη γη της Επαγγελίας.  Όλοι έμοιαζαν να γνωρίζουν πως ό,τι έγινε έγινε, από εδώ και πέρα ήταν τα δύσκολα.

Το δικό μας καράβι είχε για τελικό προορισμό την Κέρκυρα, παράλιοι σε μέρος νησιώτικο, μάλλον το φυσικό περιβάλλον θα ήταν παρόμοιο με τον τόπο καταγωγής μας.

Οι οικογένειες ή ό,τι είχε απομείνει από αυτές είχαν κάποια καλύτερη βόλεψη, οι οικογενειακοί δεσμοί σου κάναν πιο βιώσιμη τη ζωή.  Εδώ, όσοι δεν είχαν κανέναν επιζήσαντα από τους γονείς τους, ξεδιαλέχθηκαν και βρέθηκαν δεμένοι, κατ’ ανάγκη, σε παρέες τρεις, τέσσερες, πέντε μαζί.

Αβάσταχτο πράγμα η ελευθερία ή μάλλον η αναγκαιότητα να περιφέρεσαι μόνος, ανήλικος, απροστάτευτος, αφρόντιστος, να προσπαθείς να επιβιώσεις αντί να έχεις κάποια στεγανά όρια και ύψιστη υποχρέωση να πηγαίνεις σχολείο και να μελετάς.

Πού είναι τα ονειρεμένα χρόνια που μέσα στην οικογένεια ξέραμε ποια είναι η θέση μας, ποια τα καθήκοντά μας, ποια τα αναμενόμενα γεγονότα στη ροή της ζωής!  Τότε όλα ήταν οριοθετημένα, ξέραμε τί να κάνουμε, αρκεί να μη βγαίναμε προ ώρας από τα όριά μας: Τί ωραία, σίγουρα, ανέμελα, ευτυχισμένα παιδικά μας χρόνια, γλυκειά θαλπωρή κάτω από την προστατευτική σκιά των γονέων, των παππούδων, των μεγαλύτερων αδερφιών!

Στη φάση αυτή το αίσθημα της απόλυτης ελευθερίας ήταν δυσβάσταχτο: ήμασταν δυστυχείς παρόλη την ανεξαρτησία μας.

Δεν είναι εύκολη η ζωή στους δρόμους της πόλης.  Αυτή ήταν η πρώτη φάση.

Η δεύτερη, και δυστυχέστερη απ’ την πρώτη ήταν η περίοδος του ορφανοτροφείου.  Δεν ήμουν μόνος· από σύμπτωση ήταν μία παρέα, η ίδια πάντα, με τους οποίους μείναμε φίλοι δεμένοι δια βίου από αυτή την εποχή.

Από τούτα τα χρόνια ένα ενθυμούμαι.  Αυτό που λέγεται σωματική ανάγκη.  Για να μην βρέχονται τα στρώματα, μας έδεναν σφιχτά με μία κλωστή το συγκεκριμένο όργανο για να αντέχουμε έως το πρωί.

Δεν έκρινα ποτέ αυτές τις θλιβερές εμπειρίες από καμίαν άποψη.  Ίσως ήταν η ενδεδειγμένη μέθοδος· όμως στην τρυφερή μας τοτινή ηλικία είχε θέση βασανιστηρίου.

Η τρίτη και πιο διδακτική φάση ήταν όταν φύγαμε από την Κέρκυρα για άλλο σημείο της Ελλάδας, με δική μας θέληση, όπου υπήρχαν πατριώτες, μακρινοί συγγενείς των αποθανόντων γονέων μας.

Εδώ κατάλαβα ότι είχα ενηλικιωθεί, αν και παιδί: πόσο να πας σχολείο και να κοιμάσαι στον αχυρώνα του συμπατριώτη, πόσο να ράβεις και να μπαλώνεις τα αυτοσχέδια τσαρούχια σου, να πλέκεις κάποια τρύπα της κάλτσας σου μόνος σου, κι άλλο πόσο ν’ αγοράζεις ένα τετράδιο με το αυγό πού βασικά σου τό 'δωσαν για να το φας.

Βέβαια υπήρχαν και τα ευτράπελα στο σχολείο, κυρίως, όπου γινόταν εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας και στους ενήλικες.  Και τότε εμείς τα παιδιά παίρναμε την εκδίκησή μας, γελώντας άνετα εις βάρος των μεγάλων με τις γκάφες τους· διότι σ’ αυτό το σημείο, της ευκολίας στη μάθηση δηλαδή, ήμασταν σε πλεονεκτική θέση: μας επιτρέπονταν λοιπόν να το ρίχνουμε έξω γελώντας με την ψυχή μας.

Ο ερχομός μας στα Ελληνικά χώματα σ’ ένα μόνο μας σιγούρεψε: συναισθανθήκαμε το μέγεθος των αναγκών μας, καταλάβαμε σίγουρα ότι κανένας δεν μας περίμενε για να μας αγκαλιάσει, ότι έπρεπε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας.

Ως προς αυτό δεν ήταν δύσκολο να καταλάβουμε και να επικεντρωθούμε σε δύο έννοιες.  Στις σχέσεις με τους άλλους πρόσφυγες η μαγική λέξη ήταν «αμοιβαιότητα».  Στις δοσοληψίες μας με τους Ελλαδίτες «εργασία».

Εν κατακλείδι λέγω και αυτό: στα μέρη της Τουρκίας δεν προλάβαμε να νιώσουμε ότι ήμασταν ορφανά, υποθέτω, επειδή ο κοινωνικός ιστός μας είχε αιφνιδιαστικά αποδιοργανωθεί, κι έτσι, με πρωτόγονο τρόπο είμεθα όλοι ίσοι μεταξύ μας.

Στην Ελλάδα η προσπάθεια των προσφύγων να διεκδικήσουν μία θέση στην αστική ή αγροτική κοινωνία, αναλόγως προελεύσεως, άφησε για τα μοναχικά παιδιά κάποιο χώρο όπου η ζωή μας στήριξε το βάρος της σε
   χώματα Ελληνικά σαφώς ποτισμένα με ορφάνια.

 

προηγούμενο επόμενο

• Κεντρική Σελίδα • Βιογραφικό • Ποίηση • Πεζά • Επικοινωνία •
σχετικά με μας / χάρτης τόπου / συνδέσειςfrançais

Πνευματικά Δικαιώματα © 2002-2006 Ελένη Ποιμενίδου